Καλάβρυτα, το Ολοκαύτωμα της “μαύρης Δευτέρας”

"Να βάζουμε σελιδοδείκτη για να μην ξεχνάμε"
Οι δείκτες του ρολογιού στην εκκλησία των Καλαβρύτων είναι κολλημένοι στις 2:34. Το ημερολόγιο δείχνει 13 Δεκεμβρίου 1943. Είναι η ώρα “μηδέν” που καταγράφηκε η μεγαλύτερη μαζική σφαγή σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού στην διάρκεια του Β΄παγκοσμίου πολέμου

13 Δεκεμβρίου 1943, είναι εκείνη η «Μαύρη Δευτέρα» των Καλαβρύτων που καταγράφηκε η φρικιαστικότερη θηριωδία των ναζιστικών στρατευμάτων επί άμαχου ελληνικού πληθυσμού. Στην αμφιθεατρική Ράχη του Καππή, στον «ματωμένο λόφο», εκτελέστηκαν από τις κατοχικές δυνάμεις 800 Καλαβρυτινοί, ο άρρεν πληθυσμός από την ηλικία των 13 ετών και άνω. Την ίδια ώρα τα γυναικόπαιδα και οι ηλικιωμένοι είχαν οδηγηθεί και εγκλειστεί κλειστεί σε ένα σχολείο, στο γνωστό «πετρόκτιστο» που βρίσκεται και σήμερα στην είσοδο της πόλης. Το σημείο δεν επιλέχθηκε τυχαία, αφού το επικλινές του εδάφους περιόριζε σε απόλυτο βαθμό τη δυνατότητα να σωθεί κάποιος από τους αιχμαλώτους. Πράγματι, μόνο 13 ήταν οι επιζώντες, οι οποίοι καταπλακώθηκαν από τις σωρούς των υπόλοιπων εκτελεσθέντων, ουσιαστικά διασώθηκαν μέσω της εκτέλεσης της θανατικής ποινής. Ένας μεγάλος Λευκός Σταυρός δεσπόζει στο πάνω μέρος του χώρου μαρτυρίου για να υπενθυμίζει στον επισκέπτη την ανθρώπινη εκατόμβη. Ιερό ρίγος σε διαπερνά, τη στιγμή που εισέρχεσαι στο εκκλησάκι για να ανάψεις κερί στη μνήμη των συμπατριωτών μας που εκτελέστηκαν εκεί.

Ιστορικό

 Όλα ξεκίνησαν όταν γερμανικό απόσπασμα έπεσε σε ενέδρα 200 ανταρτών του ΕΛΑΣ, στις 16 Οκτωβρίου 1943 όπου 77 γερμανοί πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Ακολούθησαν σκληρές διαπραγματεύσεις μεταξύ των Γερμανών και αξιωματικών του ΕΛΑΣ που κράτησαν ενάμιση μήνα. Οι γερμανοί προφανώς δεν επιθυμούσαν ανταλλαγή αιχμαλώτων γιατί πίστευαν ότι θα εξολόθρευαν σε σύντομο χρονικό διάστημα τους αντάρτες. Επιτόπου κλήθηκε για διαμεσολάβηση ο μητροπολίτης Θεόκλητος, που τελικά δεν ενεπλάκη περαιτέρω γιατί φοβήθηκε πως η συμμετοχή του θα εμπλέξει σε αντίποινα την εκκλησία.

Μέσα σε αυτή τη συγκεχυμένη ατμόσφαιρα, στις 5 Δεκεμβρίου 1943, στα γειτονικά Μαζέικα (όπου κρατούνταν οι Γερμανοί αιχμάλωτοι από τον ΕΛΑΣ) έφτασε η είδηση πως οι Γερμανοί είναι κοντά. Η είδηση ανάγκασε τον αρχηγό του αντάρτικου αποσπάσματος Σωτήρη Θεοδωρακόπουλο να εγκαταλείψει άμεσα τα Μαζέικα, παίρνοντας μαζί του τους Γερμανούς αιχμαλώτους και να καταφύγει στο χωριό Πλανητέρο.Το τι επακολούθησε δεν είναι ξεκάθαρο αλλά φαίνεται πως στην ομάδα Θεοδωρόπουλου έφτασε γραπτή εντολή να εκτελέσει τους αιχμαλώτους. Τα μέλη της ομάδας του ΕΛΑΣ και ο Θεοδωρόπουλος αρνήθηκαν να εκτελέσουν τη διαταγή για εξόντωση των Γερμανών και μάλιστα ο Θεοδωρόπουλος την ίδια ημέρα επέστρεψε στο χωριό του. Την εκτέλεση των αιχμαλώτων ανέλαβε άλλη ομάδα ανταρτών. Οι Γερμανοί αιχμάλωτοι εκτελέστηκαν ομαδικά στην άκρη μιας χαράδρας, βάθους 80 μέτρων δύο ώρες βορειοανατολικά από το Μάζι. Τα πτώματα τους ρίχτηκαν στη χαράδρα, όμως δύο Γερμανοί αιχμάλωτοι επέζησαν. Ο ένας, μάλιστα, κατάφερε να φτάσει μόνος στη μονάδα του και να ενημερώσει. Από εκεί και πέρα ο χρόνος στα Καλάβρυτα άρχισε να μετράει αντίστροφα..

 Κανείς δεν λογοδότησε και δεν ζήτησε «συγγνώμη»

Υπολογίζεται ότι στην ευρύτερω γεωγραφική ζώνη των Καλαβρύτων πυρπολήθηκαν 1.000 σπίτια και κλάπηκαν 2.000 ζώα και 260 εκατομμύρια δραχμές και τιμαλφή από τους ντόπιους. Κανείς, ποτέ  σε λογοδότησε έναντι της Δικαιοσύνης. Παρά το γεγονός ότι η (τότε)Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έχει αναγνωρίσει δημόσια τη «ναζιστική αγριότητα» κατά των Καλαβρύτων, ακόμα δεν έχει καταβληθεί καμιά αποζημίωση.

Τον Απρίλιο του 2000, ο τότε Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Γιοχάννες Ράου, επισκέφτηκε τα Καλάβρυτα όπου εξέφρασε συναισθήματα ντροπής και βαθιάς θλίψης για την τραγωδία. Εντούτοις όμως, δεν ανέλαβε την ευθύνη εξ ονόματος του γερμανικού κράτους, δεν αναφέρθηκε στο ζήτημα των αποζημιώσεων και δεν ζήτησε «συγγνώμη». Είναι η τυπική απόληξη του κατ’επίφαση συλλογικού συναισθήματος που δεν έχει ευθεία αντιστοίχισημε τη συντελεσθείσα θηριωδία.

Σε αυτές τις σελίδες της Ιστορίας να βάζουμε σελιδοδείκτη για να τις ξαναδιαβάζουμε και να μην ξεχνάμε.