Αλέκος Σακελλάριος, το φιλμ της ζωής του

"Θα σε πάρω να φύγουμε"

Ο τίτλος θα μπορούσε να είναι και ένα από τα διαμάντια του, όπως το Ένα Βράδυ που ‘βρεχε.

Το On The Spot magazine ανοίγει το ντουλάπι των αναμνήσεων και αποτίει φόρο τιμής σε έναν από τους μεγαλύτερους εργάτες της έβδομης τέχνης. Ο λόγος γίνεται για τον Αλέκο Σακελλάριο, τον οποίο μπορεί να τον δει κανείς και ως θεατρικό συγγραφέα, στιχουργό, όπως και ως δημοσιογράφο και σκηνοθέτη. Μεταξύ άλλων υπήρξε από τους σημαντικότερους ανανεωτές της μεταπολεμικής νεοελληνικής κωμωδίας και από τους σημαντικότερους στιχουργούς, αυτού που ονομάζουμε Ελαφρύ Ελληνικό Τραγούδι.

Τα πρώτα χρόνια

Γεννήθηκε στις 13 του Νοέμβρη του 1913 στην Αθήνα και μεγάλωσε στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα, στην Αχαρνών. Aπό τα σχολικά του χρόνια ακόμη, oι δημοσιογραφικές του ανησυχίες εκτόπισαν σύντομα τις νομικές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Υπήρξε εκδότης της μεγαλύτερης σε κυκλοφορία μαθητικής εφημερίδας της εποχής του, του «Μαθητή». Μάχιμος δημοσιογράφος γίνεται έπειτα από ποίημα που στέλνει στη φιλολογική στήλη της Καθημερινής και τον Γεώργιο Βλάχο. Εργάστηκε σε εφημερίδες όπως οι: Ελεύθερη Ελλάδα, Ακρόπολις, Απογευματινή, Μάχη, Ελεύθερος Κόσμος, Εθνικός Κήρυκας, Ελεύθερος Τύπος,, κά. Άλλοτε ως ρεπόρτερ και άλλοτε ως χρονογράφος ή ευθυμογράφος. Με τον στενό του συνεργάτη Χρήστο Γιαννακόπουλο εξέδωσε την εφημερίδα Εικοσιτετράωρο, αλλά και τα περιοδικά Πρωτεύουσα και Σαββατοκύριακο. Διετέλεσε επίσης διευθυντής του περιοδικού ποικίλης ύλης Εβδομάς.

Η στιγμή που τον καθιέρωσε

 Ήταν το 1935, όταν κατόπιν παραγγελίας του κορυφαίου κωμικού του ελαφρού μουσικού θεάτρου της περιόδου Πέτρου Κυριακού, έγραψε το πρώτο του θεατρικό έργο-μουσική ηθογραφία «Ο Βασιλιάς του Χαλβά», σε συνεργασία με τον Μήτσο Βασιλειάδη με συνθέτη το Νίκο Χατζηαποστόλου. Η επιτυχία ήταν μεγάλη και καθιερώνει άμεσα τον τότε νεαρό συγγραφέα.

Η καριέρα του

Απογειώθηκε όταν συνεργάστηκε με το alter ego του, τον Χρήστο Γιαννακόπουλο. Πρώτο εγχείρημά τους ήταν η επιθεώρηση Παύσατε Πυρ. Οι «διόσκουροι» του ελληνικού θεάτρου, χαρακτηρισμός που τους αποδόθηκε από τον γνωστό θεατρικό κριτικό Αχιλλέα Μαμάκη, από εκεί και μετά υπήρξαν καταιγιστικοί. Το σερί των επιτυχιών τους ενέπνευσε πολλούς συγγραφείς και χρονογράφους της γενιάς τους να καταπιαστούν με τη θεατρική κωμωδία, αφήνοντας μια μεγάλη σειρά από έργα, τα οποία παίζονται ακόμη και σήμερα.

 

Το κινηματογραφικό και θεατρικό του παλμαρέ

’Εξαιρετικά μεγάλη ήταν και η επιτυχία του Αλέκου Σακελλάριου στον κινηματογράφο, όπου ξεκίνησε ως αυτοδίδακτος μετά από συνεχή παρότρυνση του Φιλοποίμενος Φίνου. Οι ταινίες του σημείωσαν ρεκόρ εισπράξεων, με τις περισσότερες από αυτές να προβάλλονται στην τηλεόραση. Πέρα από την πολύ επιτυχημένη συνεργασία του με τον Χρήστο Γιαννακόπουλο, εργάστηκε και με τους περισσότερους επιθεωρησιακούς συγγραφείς της εποχής του. Έγραψε, μόνος ή συνεργαζόμενος, περίπου 200 θεατρικά έργα και 60 κινηματογραφικά σενάρια, αριθμοί -αν μη τι άλλο- μυθικοί!

Ας δούμε όμως τα γνωστότερα από αυτά: Οι Γερμανοί ξανάρχονται, Ένας ήρως με παντούφλες, Ένα βότσαλο στη λίμνη, Σάντα Τσικίτα, Θανασάκης ο πολιτευόμενος, Δεσποινίς ετών 39, Ούτε γάτα ούτε ζημιά, Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες, Ο φίλος μου ο Λευτεράκης, Λατέρνα φτώχεια και φιλότιμο, Η θεία απ’ το Σικάγο, Η καφετζού, Η κυρά μας η μαμή, Ο Ηλίας του 16ου, Το Ξύλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο, Τα κίτρινα γάντια, Αλίμονο στους νέους, Η Αλίκη στο ναυτικό, Πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης, Χτυποκάρδια στο θρανίο, Το δόλωμα, Υπάρχει και φιλότιμο.  

Η πορεία του στη μουσική

Σημαντική ήταν και η διαδρομή του στη μουσική, αφού έγραψε (μόνος του ή με τον Γιαννακόπουλο και άλλους) περίπου 2.000 τραγούδια, πολλά από τα οποία έγιναν μεγάλες επιτυχίες. Όπως τα: «Άστα τα μαλλάκια σου», «Θα σε πάρω να φύγουμε», «Μάρω-Μάρω μια φορά ειν’ τα νιάτα», «Άλα άνοιξε κι’ άλλη μπουκάλα», «Το μονοπάτι», «Βρε Μανώλη Τραμπαρίφα», «Ένα βράδυ που βρεχε», «Άρχισαν τα όργανα», «Έχω ένα μυστικό», «Υπομονή», «Σήκω χόρεψε συρτάκι», και πολλά άλλα. Συνεργάστηκε με ευρεία γκάμα συνθετών, από τον Νίκο Χατζηαποστόλου και τον Θεόφραστο Σακελλαρίδη, ως τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Γιώργο Ζαμπέτα και τον Γιάννη Σπανό. Ξεχωριστές για το ελληνικό τραγούδι ήταν οι συνεργασίες του με τον Κώστα Γιαννίδη, τον Μιχάλη Σουγιούλ, με κορυφαία τα τραγούδια που έγραψε με τον Μάνο Χατζηδάκι.

Η κριτική της εποχής, με εξαίρεση τον Άλκη Θρύλο, αντιμετώπισε το δίδυμο Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου ως τους σημαντικότερους κωμωδιογράφους της γενιάς τους. Τα έργα που επαινέθηκαν ιδιαίτερα, είναι τα Ένας ήρως με παντούφλες και Η Μεγάλη Παρένθεσις. Πολλές φορές κατηγορήθηκαν για προχειρότητα, λόγω της υπερπαραγωγικότητας τους. Από το 1989, τα έργα τους μπήκαν και το ρεπερτόριο του Εθνικού Θεάτρου, κάτι που στις μέρες των μεγάλων επιτυχιών τους θα ήταν αδιανόητο.

Ο Αλέκος Σακελλάριος τιμήθηκε για όλες τις δημιουργικές του πλευρές με πολλά ελληνικά και ξένα βραβεία. Προς το τέλος της ζωής του, η αφηγηματική του δεινότητα τον έκανε περιζήτητο σε τηλεοπτικές εκπομπές που μελετούσαν την εποχή του. Έγραψε την αυτοβιογραφία του με τίτλο Λες και ήταν χθες, και το Σε Πρώτο Πρόσωπο. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ζούσε με την τρίτη σύζυγό του, Τίνα, γράφοντας (όπως έλεγε σε συνεντεύξεις του της εποχής) συνεχώς σενάρια, χρονογραφήματα και θεατρικά, τα περισσότερα εκ των οποίων δεν είδαν ποτέ το φως της δημοσιότητας. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του, θεατρικό και χρονογραφικό, δεν εκδόθηκε ποτέ. Έφυγε από τη ζωή στις 28 Αυγούστου, του 1991.

Άφησε όμως φαρδιά-πλατιά την υπογραφή του σε μια ολόκληρη εποχή που ελληνικός κινηματογράφος και το θέατρο μεγαλούργησαν στις καρδιές του απλού κόσμου. Και αυτό είναι που τελικά μένει χωρίς ρωγμές, στο πέρασμα του αδηφάγου χρόνου.