Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, το μυρωμένο παραμύθι των Χριστουγέννων

"Στους δικούς του άγιους έδινε άφεση και τους κοινωνούσε στο κρασί που έπινε"

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα αγόρι. Γιος ενός ιερέα και μιας αρχόντισσας. Το φέρανε στον κόσμο το 1800 τόσο. Τρίτο στη σειρά, από τα έξι τους παιδιά. Ο τόπος τους μικρός. Ένα νησί στη μέση του πελάγους. Έτσι, το αγόρι έπαιζε πλάι στη θάλασσα. Έτρεχε γύρω από δέντρα φορτωμένα με καρπούς, λουλούδια και σπαρτά. Μεγάλωνε ανάμεσα σε θαλασσινούς κι ανθρώπους του αγρού. Ανθρώπους όμως κουρασμένους. Πονεμένους. Συχνά σκληρούς που πάλευαν να βγάλουν τη μέρα . Με τη βάρκα τους. Τα χωραφάκια τους. Τις προσευχές τους. Ό,τι είχε ο καθείς. Δεν ήταν παράδεισος ο τόπος τους. Οι χειμώνες, έφερναν βροχές που πλημμύριζαν τον κάμπο. Πνίγανε τα περιβόλια. Έφερναν και παγωνιά που ζητούσε ξύλα στη φωτιά, φαγητό στο τσουκάλι κι αλίμονο αν δεν τα είχες. Ο κόσμος μετρούσε τις μέρες μέχρι να έρθει η άνοιξη. Να γίνει καλοκαίρι. Να ζεσταθεί το κοκαλάκι τους και να ξεχυθούν σε ό,τι απέμεινε από τον κάμπο τους. Να το σπείρουν, να το θερίσουν. Να μπαλώσουν τις βάρκες τους, να βγουν για ψάρια.

Το αγόρι όταν κουραζόταν με τα παιχνίδια, έπαιρνε την πένα του, τη βουτούσε στο μελανοδοχείο κι έγραφε λέξεις κι αριθμούς που ήθελαν οι δάσκαλοι. Σκάρωνε ιστορίες μικρές κι εύθυμες για το γέλιο που έλειπε. Ζωγράφιζε κι αγίους για το κουράγιο και την παρηγοριά. Αγίους που αναζητούσε την Κυριακή στην εκκλησιά ανάμεσα σε ύμνους και αγρύπνιες. Κάποτε έφτασε ως το Άγιον Όρος να τους ανταμώσει και μαζί τους να μείνει. Το σχήμα το αγγελικό όμως το ένιωσε βαρύ και δεν τον κράτησε. Όπως και το νησί του. Ούτε αυτό τον κράτησε. Δρόμο πήρε. Δρόμο άφησε κι έφτασε στην πρωτεύουσα. Να αλλάξει τη ζωή του. Κι εκεί είπε πια να αφιερωθεί στα γράμματα. Γυμνάσιο. Πανεπιστήμιο. Στα θρανία τους αναζήτησε τη γνώση. Οι σπουδές τότε όμως ήταν υπόθεση ακριβή και ήτανε για τους λίγους. Εκείνος ήταν από τους πολλούς που έπρεπε να ζήσουν. Να δουλέψουν. Να βγάλουνε τη μέρα. Έπρεπε να κοπιάσει για τον άρτο τον επιούσιο. Δεν ήταν καλός στις μαστοριές κι εργαλεία δεν είχε. Μόνο μια πένα κι ένα μελανοδοχείο. Και τι ήξερε να κάνει; Να ζωγραφίζει αγίους. Αυτή τη φορά όμως θα τους ζωγράφιζε με γράμματα, τόνους και πνεύματα ελεύθερα κι ανάλαφρα σαν το αεράκι του νησιού του. Με απαρέμφατα, άρθρα κι επίθετα ευωδιαστά. Με δυνατά ουσιαστικά και ρήματα μουσκεμένα στης θάλασσας του τα νερά. Κι οι άγιοι του, όχι δεν είχαν φωτοστέφανα και σώματα μυρωμένα. Δε ζητούσαν μετάνοιες και πρόσφορα. Νηστεία και προσευχή. Να μιλήσουν ήθελαν μόνο για τη φτώχεια και την πείνα που θέριζε τα στομάχια τους. Τις αρρώστιες που τους ξαγρυπνούσαν. Για τα σκληρά αφεντικά τους που έλεος δεν είχαν. Ούτε ανθρωπιά. Για τον αγώνα και την αγωνία τους. Τους έντυνε με ρούχα λερά. Τριμμένα. Πατατούκες βαριές. Μαντήλες τριμμένες. Φουστάνια που σερνόταν στο χώμα τους. Παπούτσια χιλιοπατημένα. Τα χέρια τους σκληρά από την κακοπάθεια και τις δουλειές στα χωράφια, στη θάλασσα. Τα πρόσωπα χαρακωμένα. Έλεγε τις προσευχές τους. Ούρλιαζε τις κατάρες τους. Έτρεμε με τους φόβους τους. Γονάτιζε για τις αμαρτίες τις μικρές και τις μεγάλες τους. Τους έδινε άφεση και τους κοινωνούσε στο κρασί που έπινε.

..Η Χαδούλα, η λεγομένη Φράγκισσα, ή άλλως Φραγκογιαννού, ήτο γυνή σχεδόν εξηκοντούτις, καλοκαμωμένη, με αδρούς χαρακτήρας, με ήθος ανδρικόν, και με δύο μικράς άκρας μύστακος άνω των χειλέων της. Εις τους λογισμούς της, συγκεφαλαιούσα όλην την ζωήν της, έβλεπεν ότι ποτέ δεν είχε κάμει άλλο τίποτε ειμή να υπηρετή τους άλλους. Όταν ήτο παιδίσκη, υπηρέτει τους γονείς της. Όταν υπανδρεύθη, έγινε σκλάβα του συζύγου της – και όμως, ως εκ του χαρακτήρος της και της αδυναμίας εκείνου, ήτο συγχρόνως και κηδεμών αυτούόταν απέκτησε τέκνα, έγινε δούλα των τέκνων της όταν τα τέκνα της απέκτησαν τέκνα, έγινε πάλιν δουλεύτρια των εγγόνων της.

Φωτιά έπαιρνε η πένα του για κορίτσια που τα πάντρευαν νωρίς, να μην τους ξεμείνουν και τι θα πει η γειτονιά κι αυτά τι θα απογίνουν; Για κορίτσια που περίμεναν την αγάπη τους που έφυγε στα ξένα. Θα γυρίσει; Δε θα γυρίσει; Για γυναίκες σκληρές, κακοζωισμένες που οι άλλοι τις βάφτιζαν μάγισσες και μοχθηρές. Για άντρες δειλούς, σκυφτούς, θυμωμένους. Για αγόρια ήρωες στον έρωτα, για γέρους έρωντες που φώλιαζαν στο χιόνι να ζεσταθούν. Για όνειρα στο κύμα που γίνονταν θηλιά και σχοίνιαζαν τα αγόρια. Η πένα του έπαιρνε φωτιά για όσους τους έλειπεν αυτό το λίγο, για να φέρουν τούμπα του γραμμένα του κόσμου, για πάρουν τη ζωή στα χέρια τους. Για την Ντελισφερώ, τον Αμερικανό, το Μπάρμπα-Γιαννιό τον Έρωντα, το Γιώργη της Μπούρμπαινας, την Ακριβούλα, τη Φραγκογιαννού, τη Μόσχω.

…«Μη φοβάσαι, αγάπη μου! Τώρα, τώρα, εφτάσαμε, ψυχή μου. Εζαλίσθης, ψυχή μου; Όλα καλά τώρα. Επνίγη κανείς; Όχι, αφού εγλύτωσες συ». Ώ, πώς θα έπεφταν αφανισμένοι, μισοπνιγμένοι, στάζοντες θάλασσαν, επάνω εις την άμμον. Αναπλασμένοι και αναβαπτισμένοι. Νέος Αδάμ και νέα Εύα, φέροντες τους χιτώνας θαλασσοβρεγμένους κολλητά εις την επιδερμίδα των, περισσότερον παρά γυμνοί. «Εκεί εις τον βράχον είναι μία σπηλιά. Ύπαγε εκεί μέσα, φιλτάτη μου, ν’ αλλάξης». Εκείνη, αν είχε δύναμιν να τον ακούη, θα τον εκοίταζε κατάπληκτος.

Ν’ αλλάξη με τί; «Να στέγνωσης, θα σου φέρω εγώ φύλλα, απ’ όλα τα δένδρα του δάσους, αγάπη μου, να σκεπασθής»…

Αυτούς ζωγράφιζε με τις λέξεις του ολημερίς κι ολονυχτίς. Τους έδινε σάρκα και οστά. Τους έκανε φίλους κι αδερφούς. Τους ένιωθε. Τους παραστεκόταν στα παθήματα. Γλεντούσε με τη χαρά τους. Μαζί τους ξύπναγε τα πρωινά. Μαζί τους ξαγρυπνούσε. Κ εκείνοι γενναιόδωροι του έδιναν να φάει και να πιει. Να πληρώσει νοίκι. Να δώσει κι ό,τι περίσσευε σε όσους το είχαν ανάγκη. Οι εφημερίδες της εποχής διψούσαν για τις ιστορίες τους. Και πλήρωναν για αυτές. Νοικοκυριό όμως δεν έκανε . Δεν είχε ποτέ μια δεκάρα στην τσέπη. Μήτε ρούχα είχε της προκοπής. Για ζητιάνο τον είχαν οι περαστικοί. Και κάποτε έβγαζαν από το πουγκί τους να δώσουν ελεημοσύνη. Δεν ήξεραν ποιος ήταν. Δεν ήθελε να μάθουν πως η ιστορία που διάβαζαν, στην εφημερίδα που κρατούσαν ήταν δική του. Ας ήταν στα μάτια τους ένας ακόμη φτωχός. Φτωχούλης του Θεού που υμνολογούσε στο εκκλησάκι της γειτονιάς τους.

Η πρωτεύουσα τον κράτησε καιρό. Μα δεν την αγάπησε. Ήταν η πόλη της δουλοπαροικίας και της αδικίας. Των πολλών που ψωμολυσσούσαν και των μετρημένων στα δάχτυλα που τρώγανε με κουταλιά χρυσά. Τον αρρώστησε η πόλη. Λίγο το ποτό, λίγο ο καπνός. Η φτώχια. Η δυστυχία της. Κι είπε να γυρίσει στο νησί του να βρει απάγκιο μα δύσκολα κι εκεί. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Όλα δύσκολα Ούτε αυτός είχε αλλάξει. Πάλι στα καφενεδάκια έγραφε για λίγες δραχμές. Σκυφτός. Μέσα στον καπνό και τα φτηνά ποτά που είχε να πληρώσει. Το τέλος ήταν πια πολύ κοντά και τον βρήκε στο κρεβάτι του, στο πατρικό του σπίτι, λίγο μετά την μετά την πρωτοχρονιά του 1900 τόσο. Οι αδερφές του τον έντυσαν. Τον μύρωσαν. Τον έκλαψαν. Τρείς μέρες πριν τα Φώτα τον έθαψαν μαζί με όλο το νησί, μέσα στο χιόνι.

Αυτός ήταν, λοιπόν, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, του Αδαμαντίου Εμμανουήλ και της Αγγελικής Μωραΐτη από το Μυστρά. Γεννημένος στις 4 Μαρτίου του 1851 στην Σκιάθο. Μετά κόπων και βασάνων κατάφερε να τελειώσει το Γυμνάσιο λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης της οικογένειάς του. Το πτυχίο του όμως από τη Φιλοσοφική δεν κατάφερε να το πάρει. Έπρεπε να δουλέψει για να βιοποριστεί στην Αθήνα. Πουλούσε τα διηγήματά του σε εφημερίδες για λίγες δραχμές που έφταναν ίσα-ίσα για το φαγητό, το ποτό και το ενοίκιο της κάμαράς του. Αυτός ήταν ο κυρ-Αλέξανδρος Ένας άνθρωπος που πάλεψε να μάθει γράμματα. Και με τα γράμματα που έμαθε έγραψε τις πιο όμορφες ιστορίες. Φτιαγμένες από αγάπη και νοιάξιμο για τους παρίες αυτού κόσμου. Η γλώσσα του ένας χείμαρρος από λέξεις λόγιες κι άλλες, απλές καθημερινές. Από αυτές που άκουγε σε σοκάκια και αυλές, καθώς περπατούσε σκυφτός μέσα στο πλήθος. Σώπαινε. Άκουγε. Έγραφε. Δεν ζητούσε ούτε περγαμηνές ούτε πολυτέλειες. Μια γωνιά για να γράφει, μια εκκλησιά να ψέλνει κι ένα ποτήρι κρασί του ήταν αρκετά. Δεν πήρε τη χαρά της αναγνώρισης. Ούτε τιμές και δόξες. Δεν κατάφερε να εκδώσει ούτε ένα βιβλίο. Μια μέρα πριν φύγει από τη ζωή έμαθε πως παρασημοφορήθηκε σε μια ομαδική απονομή. Δε χαράμισε παρά μόνο μια στιγμή για αυτήν τιμή. Έκλεισε τα μάτια του. Έψαλε το αγαπημένο του τροπάριο «Τὴν χεῖρά σου τὴν ἁψαμένην» κι άφησε την τελευταία του πνοή. Ήταν 3 Ιανουαρίου του 1911. Έφυγε από βαριά πνευμονία στα εξήντα του.

Περιθωριακός; Μοναχικός; Αναρχικός;. Άγιος δίχως φωτοστέφανο; Έχουν ειπωθεί τόσα για αυτόν. Καμιά όμως ταμπέλλα δε τον χωράει. Καμιά ταμπέλα δεν είναι αρκετή για μια ψυχή παλιά. Άχρονη. Για μια φωνή, τόσο καθαρή, τόσο δυνατή που κάνει τον έρωτα, τον πόνο, το πάθος, το λάθος, τραγούδι. Ύμνο γλυκό που τρυπάει τα σύννεφά μας, φτάνει ψηλά στους ουρανούς κι εκείνοι αγάλλονται και χαίρει η φύσις όλη.

Θα μου πείτε, που τον ξέθαψες; Πού τον θυμήθηκες χρονιάρες μέρες; Μα για αυτό ακριβώς. Οι περισσότεροι λόγω του πρότερου εκπαιδευτικού μας βίου, τον έχουμε συνδέσει με τα Χριστούγεννα. Σκέφτηκα, λοιπόν, πως τα φετινά που φείδονται λάμψης και καταναλωτικής παραζάλης είναι μια ευκαιρία να γυρίσουμε πίσω στο χρόνο. Στα Χριστούγεννα τα δικά του. Τότε που μια αγκαλιά, ένα καλό μαντάτο, ένα φιλί ήταν δώρο που έφτανε, περίσσευε και δεν πάλιωνε ποτέ.

Καρδιὰ τοῦ χειμῶνος. Χριστούγεννα, Ἅις−Βασίλης, Φῶτα.

Καὶ αὐτὸς ἐσηκώνετο τὸ πρωί, ἔρριπτεν εἰς τοὺς ὤμους τὴν παλιὰν πατατούκαν του, τὸ μόνον ροῦχον ὁποὺ ἐσώζετο ἀκόμη ἀπὸ τοὺς πρὸ τῆς εὐτυχίας του χρόνους, καὶ κατήρχετο εἰς τὴν παραθαλάσσιον ἀγοράν, μορμυρίζων, ἐνῷ κατέβαινεν ἀπὸ τὸ παλαιὸν μισογκρεμισμένον σπίτι, μὲ τρόπον ὥστε να τὸν ἀκούῃ ἡ γειτόνισσα:

− Σεβτὰς εἶν’ αὐτός, δὲν εἶναι τσορβάς …· ἔρωντας εἶναι, δὲν εἶναι γέρωντας…