Βάλε πλάτη

Συνηθίζει το σώμα να χωράει, μα δύσκολα συνηθίζει το κενό

Θέλω να μιλήσω λίγο με εσένα που ζεις μόνος σου. Έχεις φύγει από το μονό εφηβικό κρεβάτι κι αν δεν έγινε η μετάβαση σε διπλό, έγινε τουλάχιστον σε 1,40 πλάτος. Όσο άτσαλα κι αν κοιμάσαι, έχεις μάθει να χωράς σε μια συγκεκριμένη έκταση, χρόνια εκπαιδευμένος στα 90 εκατοστά, άντε να ξεφύγει λίγο πόδι στο 1,10 που τεντώνει ψάχνοντας μια αντίσταση, είχε μάθει βλέπεις να συναντιέται με τον τοίχο.

Συνηθίζει το σώμα να χωράει, μα δύσκολα συνηθίζει το κενό. Το ρόλο του τοίχου, αν μιλάμε πάντα για μια κανονικού μεγέθους κρεβατοκάμαρα που το κεφαλάρι τον στολίζει, έρχεται να πάρει το δεύτερο μαξιλάρι, γιατί  ακόμη και στο ημίδιπλο  ένα δεύτερο μαξιλάρι το χωράς να κάνει μπούγιο. Στην αρχή το ακουμπάς δειλά, πρώτα με τα δάχτυλα, μετά με το μπράτσο και μετά το χωράς σε μια αγκαλιά. Αργά-αργά , όπως όταν πρωτοκοιμάσαι με ένα άλλο σώμα. Εύκολα όμως καταλαβαίνεις τη διαφορά. Το μαξιλάρι πλάθεται στα χέρια σου σαν πλαστελίνη, σαν ζυμάρι που το περνάς δεύτερη φορά και συναντάς μες στη νύχτα τα ίδια σου τα χέρια.

Το σώμα ανταποκρίνεται, αντιδρά στο άγγιγμα όσο βαθιά κι αν κοιμάται. Γιατί το σώμα θέλει σώμα όταν πλαγιάζει, ίσως γι΄αυτό μαθαίνουμε την  αντίσταση από νωρίς. Κι αν υπάρχει σώμα όλα καλά, μα σαν δεν υπάρχει ψιθυρίζει η έλλειψη τα βράδια και στριφογυρνάς σαν να προσπαθείς να ακούσεις τι λέει, σαν να έχουν ενωθεί όλοι οι ήχοι στο δωμάτιο και ψάχνεις να δεις ποιος μιλάει. Περίεργος ύπνος. Κι έρχονται εκείνα τα βράδια στο καναπέ , που σε χωράει  σαν να τον έφτιαξες δέκα πόντους μικρότερο από το ύψος σου, κουλουριασμένο, σαν σε μισοεμβρυική στάση, με αντίσταση στη πλάτη. Και παραμυθιάζεσαι ότι τάχα σε πήρε ο ύπνος βλέποντας ταινία, ένα, δύο, συνεχόμενα βράδια εβδομάδων. Κι ας σηκώνεσαι λίγο ταλαίπωρος , τουλάχιστον δε νιώθεις κενό.

Διάβασα κάποτε στο βιβλίο της Αλεξάνδρας Κ* “Πώς φιλιούνται οι αχινοί”, το καταπληκτικό απόσπασμα για την αναζήτηση μιας λέξης που να περιγράφει το πηχτό κενό ανάμεσα στους ώμους και την πλάτη, όταν δεν σε αγγίζει κανείς. Σε αυτό το απόσπασμα, που ζήλεψα τόσο πολύ , πέρασε από μπροστά μου η ανάγκη που κάνει έναν άνθρωπο να κοιμάται στο καναπέ, που βολεύεται εκεί μέχρι να βρει αυτή τη λέξη, που φαντάζει σύνθετη, που σε κάνει να βάζεις πλάτη , να ψάχνεις αντίσταση κι ας μην ανταποκρίνεται, ας είναι σκληρή, να σου θυμίζει τον τοίχο τον παιδικό, τον εφηβικό, να νομίζεις ότι κάπως έτσι θα ησυχάσεις την έλλειψη.