Ο Νικόλας ο Άσιμος

«Κάθε δέσμευση είναι ολιγωρία, άμα θες δεσμά φάε ιδεολογία» ήταν μια από τις χαρακτηριστικές εκφράσεις, του πιο συναισθηματικού αλλά και αναρχικού τραγουδοποιού που ανέδειξε η μουσική μας. Θα μπορούσε ο τίτλος να είναι μια μέρα σαν κι’ αυτή, για την επέτειο της φυγής του (17 Μαρτίου 1988) αλλά δεν του ταιριάζει.Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, άκουγα ένα τραγούδι που αφιερώνω στη γυναίκα μου και μου τρυπάει τα εσώψυχα ως ερωτικό τραγούδι.

Ιδίως ο στίχος: «Πες μου ένα ψέμα να αποκοιμηθώ, μοναχά για σένα κάνω τον χαζό». Αυτός ήταν ο (κατά πολλούς) τρελός Νικόλας Άσιμος, ένας ασυμβίβαστος, αναρχικός καλλιτέχνης, γεμάτος συναίσθημα. Ο Νικόλαος Ασημόπουλος (το πλήρες όνομα του) γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου του 1949, στη Θεσσαλονίκη και δεν έκρυψε ποτέ τις πεποιθήσεις του, ήταν αριστερός αλλά όταν συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσε να μπει σε καλούπια η αναρχική του φύση κυριάρχησε. Παράτησε τη φιλοσοφική, για να ακολουθήσει θεατρικές σπουδές για να τις αφήσει και αυτές.Ήταν ένας ψιλός λιγνός άνδρας, μια φιγούρα σαν και των Beatles ο οποίος γυρνούσε στα Εξάρχεια, κουβαλώντας παράξενα πράγματα στα χέρια του.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά που έχει γράψει ο ίδιος, ήταν στο εξώφυλλο της κασέτας του 000001 η οποία κυκλοφόρησε το 1978, και έλεγε το εξής: «Όταν άκουσα τον Παπαδόπουλο να λέει θα πατάξωμεν την αναρχία, αποφάσισα να γίνω η αναρχία που δεν πατάσσεται». Ερωτεύτηκε την αναρχοφεμινίστρια Λίλιαν, και μαζί έκαναν ένα κορίτσι με τον ίδιο να λέει: «Πανάθεμα σε φύση εκάμαμε κορίτσι, και συ σαν τη μαμά σου το θες ομοίωμα σου». Πείνασε, έζησε ως κλοσάρ για χρόνια, όμως το αγαπημένο του μπαρ ήταν στη Σκουφά, στο Κολωνάκι. Όταν τα Εξάρχεια έγιναν χώρος γονιμοποίησης νέων ιδεών, ο Άσιμος ήταν η Σωκρατική μύγα που ενοχλούσε τους γύρω του και δημιουργούσε προβλήματα στους… βολεμένους.

Κατηγορήθηκε ως τρομοκράτης, ενώ τα τραγούδια που ερμήνευε στις μπουάτ της Πλάκας ενόχλησαν τη Χούντα και τον έκαναν να έρθει σε πρώτη επαφή με τη φυλακή. Ένα από τα ιδιότυπα, ζητήματα είναι πως όταν συνεργάστηκε με τους Παπακωνσταντίνου και Αλεξίου τον διέγραψαν οι Αναρχικοί ως συμβιβασμένο. Με την αρχή να γίνεται σε εκείνη την ιστορική συναυλία του Σπόρτινγκ, όπου μαζί με τους συντρόφους δεν άφησε να ολοκληρωθεί η συναυλία για όσους φυλακίστηκαν επειδή διαδήλωναν εναντίον των Λευκών Κελιών.

Στο Πολυτεχνείο, οι Κνίτες το είπαν χαφιέ και υπήρχαν μέρες που τον έδερναν εναλλάξ μαζί με τους ασφαλίτες. Ένας κορυφαίος ψυχίατρος είχε πει πως το παραλήρημα κάτι θέλει να πει, για όλους αυτούς που τον ονόμασαν γραφικό και τρελό. Το 1978 ξεκίνησε η περιπέτειά του για να αποφύγει την στράτευση. Πήρε απαλλαγή προσποιούμενος τον ψυχοπαθή και κατάφερε να του αναγνωριστεί ότι πάσχει από σχιζοειδή ψύχωση. Ὀπως περιγράφει στο βιβλίο του Αναζητώντας Κροκάνθρωπους, υιοθέτησε αυτή την συμπεριφορά γιατί ήταν αντίθετος προς τη στράτευσηΑρχές της δεκαετίας του 1980, βρέθηκε σε πολύ δύσκολη ψυχολογική κατάσταση, έπαθε νευρική κρίση και χρειάστηκε νοσηλεία. Χάρη στην κινητοποίηση και τη φροντίδα φίλων και συνεργατών του, ο εγκλεισμός του σε ίδρυμα αποφεύχθηκε.

Την Τρίτη 9 Ιουνίου του 1987 η είδηση ότι ο Άσιμος βίασε μια νεαρή φοιτήτρια συγκλόνισε όλο τον κόσμο και στιγμάτισε τον ίδιο. Στο γραφείο του ανακριτ, έκανε την προσπάθεια να δείξει ότι είναι αθάνατος πήρε έναν αναπτήρα και έβαλε φωτιά στα μαλλιά του. Όταν αποφυλακίστηκε, γύρισε στα Εξάρχεια και περίμενε το βούλευμα, έχοντας κουρεμένα τα μαλλιά και τα γένια του, είχε ήδη αρχίσει το πιο δύσκολο ταξίδι του μυαλού του. Όταν συνήλθε κάποια στιγμή, κατάλαβε ότι από ρομαντικός ακτιβιστής είχε μετατραπεί σε μια μορφή που βρισκόταν μονίμως σε άγρια κατάσταση. Κάτι που τον οδήγησε τελικά στην αυτοκτονία, ξημέρωμα της 17ης Μαρτίου 1988, όταν βρέθηκε κρεμασμένος σε μια σωλήνα καλοριφέρ στο υπόγειο της οδού Καλλιδρομίου.

Ήταν 39 ετών και με την αποχώρηση του αναχώρησε και η ευαισθησία που έβαλε στα τραγούδια του, τα οποία σήμερα τυγχάνουν της απόλυτης καλλιτεχνικής αναγνώρισης. Ένας τύπος, ένας καλλιτέχνης, ο οποίος θα ήταν σήμερα όχι μόνο χρήσιμος αλλά και επίκαιρος. Σε μια κατάσταση όπου έχει φέρει τον κόσμο στα άκρα, αυτός θα ήταν «τα άκρα», για να φέρει τον κόσμο στη μέση, για να τον βοηθήσει να μην ξεφύγει από τη λογική σε καιρούς που ο παραλογισμός κυβερνά από ανθρώπους μέχρι γραφεία και μηχανήματα, όλα στην υπηρεσία του συστήματος.

Αυτό ήταν το πρώτο σκόρπιο αφιέρωμα στο Νικόλα Άσιμο, έναν τύπο τον οποίο όλοι θα θέλαμε για παρέα. Να πιούμε μαζί του μια μπύρα, η ένα ακριβό ουίσκι, να μας βγάλει λίγο από τη μιζέρια στην οποία προσπαθούν να μας υποβάλλουν και μετά να χαθεί στη βουή της Αραχώβης ή της Ακαδημίας, στο δικό του βασίλειο, μοναχικό, πρωτόγονο, μα σίγουρα ανεπανάληπτο.