Στου αιώνα την παράγκα

Η ψυχή που αντέχει και δραπετεύει

Ναυτικοί Πράκτορες: Λιμάνι δεν είναι μόνο οι υπάλληλοι της ΟΛΘ ΑΕ

 

 

 

 

 

 

 

 

     Χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό

Από ένα δωμάτιο μάς ταξίδεψε στον κόσμο των χρωμάτων, πότε σαν έρωτας, πότε σαν επαναστατική ιδέα, πότε στης ανεκπλήρωτης επιθυμίας το απωθημένο. Στο ρόλο του υποκειμένου, κάθε απάγγιο ιδανικών που για λίγο νιώθεις να τα αγγίζεις. Ένας στιχουργός, που ποίησε αλληγορικές εικόνες, μα συνάμα τόσο οικείες, άμεσος λόγος και συναίσθημα που τρυπάει.

Δύο ρόλοι, αδύνατο να ξεφύγεις, η ρόδα του Λούνα πάρκ ξεκίνησε σε μια βόλτα στους ανθρώπους της πόλης, εκεί ανάμεσα στο κυριολεκτικό και υπερρεαλιστικό. Σε ένα δωμάτιο σε μια γωνιά παραμυθιού στην Πατησίων, που αμέθυστος μυρίζεις αλκοόλ και νιώθεις το αψέντι σε δόση ρίσκου, που ποντάρει στου πόθου τον καημό. Σε ένα ντελίριο αισθήσεων, κάπου στη Βικτώρια, που νιώθεις το πάτωμα να σε ρουφάει, αφήνοντάς σε η ψύχρα παγωμένο…

Άλκης Αλκαίος, κατά κόσμο Βαγγέλης Λιάρος. Δεν τον γνωρίσαμε ως ήρωα, θα μπορούσε, ποτέ δεν πόζαρε με τίτλους τα σημάδια των βασανιστηρίων της χούντας, τα κινητικά και τα νευρολογικά προβλήματα που του δημιούργησαν, καθώς θεωρήθηκε συνένοχος στην προσπάθεια απόδρασης του Αλέκου Παναγούλη, τα έκρυψε σε ένα δωμάτιο και άφησε την ψυχή του να ταξιδέψει, διώχνοντας τις λέξεις σε σύννεφα καπνού.

Αυτήν γνωρίσαμε, αυτή θέλησε να ξέρουμε. Ανάμεσα στη φλόγα και στο πάγο, το πνεύμα το ανυπότακτο, που στέκει αγέρωχο, δεν το θάβει ο πόνος και η μιζέρια. Η ψυχή που αντέχει και δραπετεύει με μια πιρόγα με ένα κουπί που τράβηξε μόνος, τόσο επιδέξια, τόσο διαφορετικά, οι αποφθεγματικές του φράσεις τραγούδια λαϊκά, που δε λαϊκίζουν, διδάσκουν και αγκαλιάζουν. Ένα πλανόδιο τσίρκο, γεμάτο ερεθίσματα της εποχής, ανησυχίες «τη φωνή σου ακούω, μα τι λες δε σε πιάνω», για μια Ελλάδα, από την ένδοξη ιστορία πιασμένη στο κλαράκι λίγο πριν τον γκρεμό.

Με ένα δισάκι στης ελπίδας την απελπισία, στη ζάλη των ονείρων, σε σημαδεμένη τράπουλα να προοικονομείται η ζωή μας, στο περιθώριο των αστών, στα αρπακτικά του δοσίλογου τη γενιά, μα τίποτε δεν είναι αρκετά, δεν υπάρχει καιρός για πεσιμισμούς διότι  «η δική μας παρτίδα δεν παίχτηκε ακόμα». Δρόμο, δρομάκι και κάθε παράδρομο, μέσα από την βαθιά κοινωνική αντίληψη, μας βάζει αβίαστα στο πολιτικοποιημένο παιχνίδι, μιας άνισης δημοκρατίας.

“Πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία, πώς η ιστορία γίνεται σιωπή”  

Ρόζα, το έντεχνο ζεϊμπέκικο, με έντονα επαναστατικά μηνύματα, που δε δίχασε αλλά ένωσε, στην πλάνη των αριστερών και δεξιών, αυτών που αντιστέκονται και αυτών που καταστέλλουν, ένας χορός θυμίζει ότι στο χάος και στις διαιρέσεις η ιστορία σιωπά, γιατί η γη πονά, κοκκινίζει και ραγίζει, και μετά “οι γελαστοί φεύγουν γελασμένοι, στα τρελλά τους όνειρα δοσμένοι”

Blues on the road, σα δάνειο ζωή, μια παρακαταθήκη στον κόσμο των παραισθήσεων. Τρελλοί λογικοί, πλούσιοι φτωχοί, καμία σημασία ποιος, αν δεν μπορείς να παραδοθείς στο μόνο αίσθημα επανάστασης και σκλαβιάς. «Έρωτα πύλη της Εδέμ και ρείθρο του θανάτου, αν ξέρεις άλλον ουρανό ξεκίνα και σ ακολουθώ».

Στου αιώνα την παράγκα λοιπόν, στρώσε το όνειρό σου μάγκα, γιατί τι νόημα έχει η ζωή χωρίς μικρές νοθείες.

Η ψυχή του δραπετεύει μέσα από ροκ, λαϊκές και έντεχνα μπλουζ συνθέσεις.

Θάνος Μικρούτσικος, Δημήτρης Μητροπάνος, Μάριος Τόκας, Μίλτος Πασχαλίδης, Σωκράτης Μάλαμας, Μπάμπης Στόκας, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Αλκίνοος Ιωαννίδης, Δημήτρης Ζερβουδάκης, Νότης Μαυρουδής, Δημήτρης Παπαδημητρίου, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας, Χρήστος Θηβαίος, Φίλιππος Πλιάτσικας, Σταμάτης Μεσημέρης, Χριστόφορος Κροκίδης, Δημήτρης Ψαρράς, καθώς και με τους τραγουδιστές: Μαρία Δημητριάδη, Μανώλης Μητσιάς, Χάρις Αλεξίου, Γιώργος Νταλάρας, Μελίνα Κανά, Ελευθερία Αρβανιτά.

Mεταφέρουν την κληρονομιά αισθημάτων, ενός πολιτισμικού ταξιδιού, που είχε ένα πλοίο, έναν προορισμό, έναν σταθμό.