Ο Χριστός ξανασταυρώνεται

 

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται. Το μνημειώδες έργο του Νίκου Καζαντζάκη που αναδεικνύει στον μέγιστο βαθμό τη μοναδική του ηθικοπλαστική ικανότητα, το «σερβίρισμα» -με τον πιο ανώδυνο αλλά ταυτόχρονα απόλυτα ρεαλιστικό τρόπο- χαρακτήρων που εναλλάσσονται χωρίς ανάσα μέχρι το λυτρωτικό τέλος.

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται. Η μεταφορά στην τηλεοπτική οθόνη του καζαντζάκειου έπους, ουσιαστικά μία θετρική απόδοση σε τηλεοπτικό στούντιο, ασπρόμαυρη ακαθόριστη γοητεία, τέτοια που κάθε χρόνο επιθυμείς να την δεις ξανά.

50 επεισόδια των 45 λεπτών από την Αστήρ TV, σε σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη, σκηνογραφία Πέτρου Καπουράλη, διασκευή για την τηλεόραση από τους Νότη Περγιάλη και Γεράσιμο Σταύρου και τηλεοπτική διεύθυνση από τον Κώστα Λυχναρά.

Και αν βλέποντας αυτά τα ονόματα αισθανόμαστε ρίγος, δέος κυριαρχεί αν δούμε το καστ των ηθοποιών:

Λυκούργος Καλλέργης – παπα-Γρηγόρης

Ανδρέας Φιλιππίδης – Πατριαρχέας

Δήμος Σταρένιος – γερο-Λαδάς

Γιώργος Φούντας – Παναγιώταρος

Βασίλης Τσάγκλος – Γιαννακός

Γιάννης Αργύρης – Αγάς

Γεωργία Βασιλειάδου – Μανταλένια (θεία Μανωλιού)

Νάσος Κεδράκας – Κωνσταντής (ο καφετζής του χωριού)

Ελένη Ζαφειρίου – κυρα-Μάρθα (υποτακτική Αγά)

Αλέξης Γκόλφης – Μανωλιός

Κάτια Δανδουλάκη – Μαριωρή (κόρη Πατριαρχέα / αρραβωνιστικιά Μιχελή)

Νίκος Καλογερόπουλος – Νικολιός (νεαρός βοσκός, υπό τον Μανωλιό)

Μαίρη Ιγγλέση – Λενιώ (αρραβωνιαστικιά Μανωλιού / υπηρεσία του Πατριαρχέα)

Αλίκη Αλεξανδράκη – Λίζα (γυναίκα Παναγιώταρου)

Τζένη Φωτίου – Γιουσουφάκι

Κώστας Γκουσγκούνης– σεΐζης Αλή Μουχτάρ (ο ιπποκόμος / δήμιος / δεξί χέρι, του Αγά)

 

To «υπεράνω όλων» είναι η μεταφορά των χαρακτήρων στη μικρή οθόνη με αξεπέραστη πιστότητα και απόλυτως ευκρινή αποτύπωση της μικρής κοινότητας (χωριό) της τουρκοκρατίας που όμως έχει ευθεία αναφορά στις σύγχρονες κοινωνίες. Ο ρόλος του κοτζαμπάση, οι προύχοντες, ο κλήρος, οι κοινωνικά αποκλεισμένοι, οι σκανδαλωδώς ευνοημένοι, οι κατ’ανάγκη συμβιβασμένοι,  η πρόταξη του ηθικού έναντι του υλικού και το αντίστροφο, οι σκιώδεις κυβερνήτες, οι έκνομες πράξεις, η δεσποτική αντίληψη, οι υποτακτικοί, οι υποκριτές, η στωικότητα κατά την εξέλιξη του μαρτυρίου και τέλος η ένοχη σιωπή.

Δεν θα πρέπει να διαφύγει της προσοχής μας ο χρόνος που παίχτηκε η σειρά (1975-1976), ένα κομβικό σημείο πολιτικής και κοινωνικής αυτοσυνειδητοποίησης που θέτει σαφώς έναν ορίζοντα σύγχρονο, δυτικής αντίληψης και ταυτόχρονα προσπαθεί να αποτινάξει το αρνητικό πέπλο της οθωμανικής και χουντικής απόληξης, ώστε να κυριαρχήσουν προοδευτικές κατευθύνσεις και ιδέες. Τα ποσοστά τηλεθέασης κυμαίνονταν γύρω στο 80% και αυτό από μόνο του δημιουργεί έναν μύθο αξεπέραστο.

Για όλους τους συμμετέχοντες ηθοποιούς, η σειρά αποτέλεσε  εφαλτήριο αναγνώρισης ή καταξίωσης. Για όλους εκτός από έναν: τον πρωταγωνιστή Αλέξη Γκόλφη, τον έλληνα «Χριστό», που δυστυχώς η μοίρα, ο άγραφος νόμος εντέλει, όσων υποδύθηκαν τον Ιησού ήταν αμείλικτη. Την εποχή που παιζόταν η σειρά, ο ίδιος δήλωνε:

«Εκείνο που με συναρπάζει πραγματικά είναι η ίδια η μορφή του Χριστού όταν προσπαθώ να τον πλησιάσω με τον νου και την καρδιά. Και συχνά αισθάνομαι πως με συντρίβει καθώς προσπαθώ να την ενσαρκωθώ. Πώς να ενσαρκωθείς καλλιτεχνικά, θεατρικά μια τιτανική μορφή όπως του Ιησού; Είτε Θεός, είτε Θεάνθρωπος, είτε και μόνο άνθρωπος, όπως θέλουν να τον βλέπουν εκείνοι που αρνούνται να θρησκεύονται ή όσοι ανήκουν σε άλλα θρησκεύματα, ο Ναζωραίος προβληματίζει κατά τρόπο συντριπτικό κάθε καλλιτέχνη που αποτολμά να τον υποδύεται στη σκηνή ή την οθόνη.»

Δεν έκανε ποτέ ξανά επιτυχία, εγκλωβίσθηκε στο κόσμο του αλκοόλ και των σκληρών εξαρτησιογόνων ουσιών και στα τελευταία χρόνια της καταραμένης ζωής του, ο «Μανολιός» δεν θύμιζε σε τίποτα το αλλοτινό αστέρι της υποκριτικής και ίνδαλμα των κοριτσιών της εποχής του.

Στις 3 Αυγούστου του 2007 βρέθηκε ημιλιπόθυμος στην Πλατεία Κολιάτσου και μεταφέρθηκε στον Ερυθρό Σταυρό με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Δύο μέρες μετά έφυγε από τηζωή αλλά η τραγικότητα της ύπαρξής του δεν είχε κάνει ακόμα φινάλε.

Η σορός του παρέμεινε στα αζήτητα του νεκροτομείου για δύο μήνες όταν και γνωστοποιήθηκε τελικά ο θάνατός του. Όχι από κάποιον συγγενή. Εκείνη τη μέρα έτυχε να δει το πτώμα του ο ιατροδικαστής Φίλιππος Κουτσάφτης. Ο ίδιος ήταν παντρεμένος με την ηθοποιό Μαίρη Ιγγλέση, h οποία έπαιζε στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται». Έτσι τον αναγνώρισε..

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, κάθε μέρα, κάθε εποχή, σε κάθε κοινωνία. Και η Μεγάλη Παρασκευή είναι η μέρα που κάθε φορά αναβιώνει η Πράξη, ταυτόχρονα ανθρώπινα και υπερβατικά, με μεγαλείο και τραγικότητα .