Πολιτικό βαρόμετρο: χαμηλό

Ο πολιτικός χρόνος και το timing είναι παράγοντες που απαιτούν στρατηγική χωρίς παρωπίδες

Οι δημοσκοπήσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας τον τελευταίο μήνα οδηγούν σε ένα πλέγμα συμπερασμάτων με μεγάλο ενδιαφέρον. Η κυβέρνηση είδε τις ρωγμές της επικοινωνιακής της εικόνας να διευρύνονται περαιτέρω και ταχύτερα, αφού οι πρώτες δυσαρμονίες που παρατηρήθηκαν από πέρυσι το καλοκαίρι μέχρι τον περασμένο Νοέμβριο (αρχή δεύτερης περιόδου περιοριστικών μέτρων), πολλαπλασιάστηκαν ραγδαία μετά την εορταστική περίοδο Χριστουγέννων-Πρωτοχρονιάς. Μάλιστα, το εκλογικό κοινό που διαθέτει κεντρογενή-φιλελεύθερα χαρακτηριστικά και έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στον Κυριάκο Μητσοτάκη στις τελευταίες εκλογές, φαίνεται ότι βρίσκεται σε στάση αναμονής ενόψει της επόμενης μέρας, διατηρώντας ωστόσο σοβαρές αμφιβολίες για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή όσων ανακοινώνονται.

Αυτό το εύρημα είναι προφανές πως δημιουργεί «δεύτερες» σκέψεις σε σχέση με τον προγραμματισμό για τον χρόνο πραγματοποίησης των εκλογών. Μέχρι τώρα, θεωρούνταν περίπου βέβαιο πως επιδίωξη της κυβέρνησης ήταν οι εκλογές να γίνουν μέσα στο 2021, με πιθανότερο ορίζοντα το διάστημα Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου. Έτσι πίστευαν πως ο Αλέξης Τσίπρας θα βρισκόταν πολύ κοντά σε ένα πολιτικό «νοκ ντάουν», αφού οι ποιοτικές μετρήσεις για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ήταν σχεδόν απογοητευτικές.

Η μείωση της ψαλίδας, που από τις 18 και 20 ποσοστιαίες μονάδες του Ιουνίου του ’20 έφτασε στις 12 τον Μάρτιο του ‘21, ενισχύει την άποψη που λέει πως πρέπει να εξαντληθεί η τετραετία ώστε η κυβέρνηση να παρουσιάσει ένα ολοκληρώμενο έργο και να κριθεί (θετικά) πάνω σε αυτό. Στην περίπτωση των εκλογών εντός του τρέχοντος έτους, η αιτιολόγηση θα αφορά την ανάγκη ανανέωσης της λαϊκής εντολής μετά από τη σφοδρότερη υγειονομική κρίση των τελευταίων 100 ετών, με ουσιαστικό επιδιωκόμενο την εξουδετέρωση της απλής αναλογικής. Σε αυτό το πλαίσιο, υπάρχει η ανακοίνωση του πρωθυπουργού για τον οδικό χάρτη της κεντρικής διαχείρισης των κονδυλίων (32 δις)  που θα προέλθουν από το Ταμείο Ανάκαμψης, αφήγημα που και προφανώς περιέχει προσδοκία και ελπίδα ανάταξης.

Γαι τον Σύριζα, η κατάσταση παραμένει ρευστή και δεν διαφαίνεται δομική ενίχυση του εκλογικού του ποσοστού, παρά την πρόσκαιρη ανάκαμψη, που οφείλεται κυρίως σε αδυναμία της ΝΔ και όχι στη διατύπωση μιας στέρεης πολιτικής αντιπρότασης εκ μέρους του. Η επικοινωνιακή τακτική παραμένει θολή, ο Αλέξης Τσίπρας παραμένει αναποφάσιστος, προβληματισμένος και εν τέλει εγκλωβισμένος σε σχέση με τις εσωκομματικές τάσεις που αρκετές φορές γίνονται αλληλοαναιρούμενες. Οι επικοινωνιακοί χειρισμοί στην περίπτωση Κουφοντίνα έφερε στην επιφάνεια τους άλυτους ιδεολογικούς πειθαναγκασμούς ακραίων δήθεν ιδεολόγων που δημιουργούν αίσθημα απομάκρυνσης σε ένα μεγάλο κομμάτι ψηφοφόρων με μετριοπαθή χαρακτηριστικά, από πολίτες που αφορούν τη πολυθρύλητη διεύρυνση προς τον κεντρώο χώρο.

Ο πρώην πρωθυπουργός «εισπράττει τους καρπούς» της παρατεταμένης ακαμψίας και χαλαρότητας που επέδειξε μετά την εκλογή του Ιουλίου του 2019. Τότε αποκόμισε ένα εξαιρετικό ποσοστό παρά την ήττα, στοιχείο που προφανώς υποεκτιμήθηκε και δεν λειτούργησε ως ελατήριο για να επαναπροδιοριοτεί το σημείο επανεκκίνησης, με αποτέλεσμα την επικράτηση του κλίματος εσωστρέφειας που περιγράψαμε παραπάνω.

Στους υπόλοιπους κοινοβουλευτικούς σχηματισμούς δεν σημειώνεται κάποια ουσιώδης διαφοροποίηση αυξομείωσης ποσοστών, και το μόνο που προκαλεί εντύπωση είναι η παρατεταμένη αδυναμία του Κινήματος Αλλαγής να πραγματοποιήσει διεύρυνση ένθε και ένθε, στοιχείο που διογκώνει τη δυσαρέσκεια στελεχών προς το πρόσωπο της προέδρου Φώφης Γεννηματά. Φαίνεται πως η ιδιότυπη «βαρωνία» στελεχών εντός καλά κρατεί και έτσι η ύπαρξη του ισχυρού τρίτου πόλου ανάμεσα σε ΝΔ και Σύριζα παραπέμπεται στο μέλλον, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το ΚΙΝΑΛ.

Μέχρι τις αρχές καλοκαιριού, όταν το επόμενο κύμα δημοσκοπήσεων πραγματοποιηθεί, θα έχουμε πιο συγκεκριμένα ευρήματα που θα συνδεθούν άμεσα με την εξέλιξη της πορείας των εμβολιασμών και που αν υπάρξει ομαλότητα, τότε θα δοθεί εκ νέου στην κυβέρνηση η δυνατότητα να καθορίσει με μεγαλύτερη άνεση και σιγουρία τις εκλογικές της κινήσεις. Ο πολιτικός χρόνος και το timing είναι παράγοντες που απαιτούν στρατηγική χωρίς παρωπίδες, στην Ελλάδα θα πρέπει να συνυπολογιστεί η πατροπαράδοτη εκμετάλλευση του μικροκομματικού οφέλους οπότε όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν ανοικτά για όλους.