Πολιτικό βαρόμετρο & εκλογές

Το θεμελιώδες ερώτημα λοιπόν, αφορά στο χρόνο διενέργειας βουλευτικών εκλογών

Από τις εκλογές του Ιουλίου ’19 έως σήμερα, ένα στοιχείο είναι κυρίαρχο στις πολιτικές έρευνες μέτρησης της κοινής γνώμης: η κυριαρχία της ΝΔ και ειδικά του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη. Το ποιοτικό στοιχείο που ξεχωρίζει είναι η μη μεταβλητότητα, εντός και εκτός περιόδου κορωνοϊού. Δηλαδή, παρά τις αστοχίες και παραλείψεις της κυβέρνησης που οι πολίτες επισημαίνουν, το «μαξιλάρι ασφαλείας» για τη ΝΔ είναι ισχυρό.

Ο ΣΥΡΙΖΑ και ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας αργά αλλά σταθερά διολισθαίνουν, σε ποσοστά και επιρροή επί του εκλογικού σώματος. Είναι η φυσική εξέλιξη της απουσίας δύο κρίσιμων παραγόντων πολιτικής στρατηγικής:

  • δεν υπάρχει συμπαγής και σταθερή επιτελική ομάδα που να διαχέει το μήνυμα κάθετα & οριζόντια (προς την κοινωνία και τους λοιπούς μηχανισμούς της κομματικής λειτουργίας, αντίστοιχα)
  • δεν υπάρχει κεντρικό πολιτικό αφήγημα έναντι της εφαρμοζόμενης κυβερνητικής πολιτικής παρά μόνο αποσπασματικές ενέργειες αμφιβόλου αποτελέσματος

Μάλιστα, η απολύτως επεισοδιακή αποχώρηση/διαγραφή Κοντονή πυροδότησε έντονα, σενάρια αποσταθεροποίησης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Το ΚινΑλ είναι φανερό πως πρσπαθεί να βρει έναν σταθερό πολιτικό βηματισμό, να συγκεράσει την παλιά ιστορική γενιά στελεχών με «νέο αίμα» αφενός, και αφετέρου να διαμορφώσει πλέγμα συνθηκών ώστε να αναδειχθεί ως ο τρίτος πολιτικός πόλος. Αυτό είναι εκ φύσεως δύσκολος στόχος, αφού στα μάτια του μέσου ψηφοφόρου η πολιτική «ίσων αποστάσεων» από τα δύο μεγαλύτερα κόμματα του δημιουργεί δυσπιστία, γιατί μπορεί να υποκρύπτει λόγους σκοπιμότητας και ουχί ευθύτητας και ευθύνης.

Το ΚΚΕ όπως αναμενόταν, δεν εμφανίζει αξιοσημείωτες διαφοροποιήσεις ποσοστών επιρροής, το ΜεΡΑ 25 προσπαθεί να ενθυλακώσει μέρος των απογοητευμένων ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία και το κόμμα Βελλόπουλου (Ελληνική Λύση) συγκρατεί με δυσκολία τα εκλογικά του ποσοστά (βάσει αναγωγών).

Το θεμελιώδες ερώτημα λοιπόν, αφορά στο χρόνο διενέργειας βουλευτικών εκλογών. Και οι πληροφορίες που έρχονται από τα κομματικά γραφεία είναι αντικρουόμενες. Μέχρι τις αρχές του καλοκαιριού, κυβερνητικά στελέχη διέρρεαν πως εκλογές θα γίνουν στο τέλος της τετραετίας, δηλαδή το 2023. Τις τελευταίες ημέρες διακινείται σενάριο που προβλέπει προκήρυξη εθνικών εκλογών την άνοιξη του 2021, όταν (με το καλό) η πανδημία θα έχει τιθασευτεί σε δραστικό βαθμό. Ο πρωθυπουργός, μετά  και τη νέα σοβαρή ενδοκομματική κρίση του ΣΥΡΙΖΑ, γνωρίζει ότι μόνος του αντίπαλος μέχρι τότε είναι ο «κακός εαυτός» της κυβέρνησης. Σε αυτή την περίπτωση, το αφήγημα έχει σχεδόν σχηματοποιηθεί και θα μιλάει για την επανεκκίνηση της κοινωνίας και της οικονομίας. Θα ζητά «καθαρή εντολή μεταρρυθμιστικής διακυβέρνησης» ώστε στο ορατό διάστημα της επόμενης 3ετίας η Ελλάδα να έχει γίνει ένα σύγχρονο δυτικό κράτος. Κράτος που θα στηρίζεται σε εκσυγχρονισμένες παραγωγικές δομές και σε μία δομή απαλλλαγμένη από τις αμαρτίες πολλών δεκαετιών, που οδηγούσαν ανά τακτά χρονικά διαστήματα σε παρατεταμένη εσωστρέφεια.

Η πολιτική κλεψύδρα είναι το πιο κρίσιμο και ευμετάβλητο στοιχείο αναφοράς. Και σε κάθε περίπτωση ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το επιτελείο του δεν θα πρέπει να ξεχνάνε το παράδειγμα του Γιώργου Παπανδρέου του νεότερου, που από το 45% του 2009 έφτασε μέσα σε μόλις 2,5 χρόνια στον πολιτικό αφανισμό, παρά τις μεταρρυθμίσεις που σημειώθηκαν εντός επικράτειας (βλ.Διαύγεια). Η αλαζονεία, που εκ των πραγμάτων περιτριγυρίζει κάθε κόμμα εξουσίας, μπορεί να μηδενίζει στόχους και να απομακρύνει από το πολιτικό σώμα.

Ο Σωκράτης είπε το περίφημο «τους μεν κενούς ασκούς η πνοή διίστησι, τους δ’ ανόητους, το οίημα» μτφρ. ως «τα άδεια σακιά τα φουσκώνει ο αέρας και τους ανόητους η έπαρση».

Άραγε υπάρχει κάποιος που να διαφωνεί;