Έλληνας προπονητής, κεφάλαιο μπάσκετ

Ιστορίες από την άκρη του πάγκου

 Ένα από τα πράγματα που δίνουμε ιδιαίτερη έμφαση σαν οπαδοί, φίλαθλοι και  δημοσιογράφοι είναι το κεφάλαιο που αφορά στους έλληνες προπονητές. Επειδή ξέρω πως αυτό είναι κάτι που αρέσει και στον Γιώργο τον Θέο, λέω να το πιάσουμε σπαστά και σε κύκλους, ξεκινώντας από το μπάσκετ. Αναμφίβολα αυτοί για τους οποίους γίνεται πολύς λόγος, μετά από κάθε νίκη η ήττα μιας ομάδας είναι οι έλληνες προπονητές. Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο είμαστε έτοιμοι να δεχθούμε τον έλληνα προπονητή και να του δώσουμε πίστωση χρόνου για να πετύχει. Ένα από τα πιο κλασικά παραδείγματα, είναι αυτό του Γιάννη Ιωαννίδη ο οποίος κοουτσάρισε τη χρυσή ομάδα του Άρη στη δεκαετία του ‘80 αλλά και αναγέννησε τον Ολυμπιακό στα χρόνια των 90’s. Το στοιχείο για το οποίο ωστόσο τον μνημονεύουμε δεν είναι άλλο από τον οξύθυμο χαρακτήρα του και τις εκρήξεις του στα παιχνίδια. Οι πιο κακεντρεχείς στέκονται και στο γεγονός πως με καμία από τις ομάδες που κοουτσάρισε δεν πήρε ευρωπαϊκό τίτλο, χωρίς αυτό να μειώνει την αξία του σαν προπονητής και το έργο που άφησε πίσω του. Όσο και να τον μισούσες σαν αντίπαλος δεν μπορούσες παρά να παραδεχθείς πως έφτιαχνε ομάδες που άφηναν το στίγμα τους στο άθλημα.

Τύχη ή απλά ικανότητα, ο ιστορικός του μέλλοντος είναι αυτός που θα καταγράψει τι ήταν αυτό που τον οδήγησε να διαβεί το δικό του Έβερεστ χωρίς να ολοκληρώσει τη διαδρομή του με έναν τίτλο. Όσα χρόνια και αν περάσουν θα μιλάμε για έναν προπονητή, που πήγε το άθλημα ένα βήμα παραπέρα κυρίως σε συλλογικό επίπεδο.

Ένας ξεχωριστός «Δράκος»

Στην ιστορία «έλληνας προπονητής», δε θα μπορούσε να μη γίνει αναφορά και σε ένα από τα παιδιά του «ξανθού» που τον διαδέχθηκε επάξια στην άκρη του πάγκου. Ο Παναγιώτης Γιαννάκης, μέλος της χρυσής ομάδας του Άρη, ξεκίνησε από τη μπασκετομάνα Νίκαια, φόρεσε τη φανέλα του Πανιωνίου και ήταν αυτός που ως αρχηγός του Παναθηναϊκού σήκωσε το πρώτο ευρωπαϊκό κύπελλο πρωταθλητριών για ελληνική ομάδα στο Παρίσι το 1996. Όσο λοιπόν ήταν μεγάλη η διαδρομή του στα παρκέ, σαν παίκτης άλλο τόσο και περισσότερο ήταν σαν προπονητής. Στα χνάρια του Ιωαννίδη, δεν κατέκτησε κάποιον τίτλο σε συλλογικό επίπεδο, ωστόσο σε εθνικό επίπεδο είναι ο άνθρωπος που μετά το δίδυμο Πολίτη-Κιουμουρτζόγλου θα θυμόμαστε για την Εθνική ομάδα. Η κορυφή της Ευρώπης το 2005 στο Βελιγράδι, και η δεύτερη θέση στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Ιαπωνίας ένα χρόνο μετά ήταν από τα σπουδαιότερα κατορθώματα για έναν άνθρωπο ο οποίος έχει τιμήσει την Εθνική ομάδα σε όλα τα επίπεδα τόσο ως παίκτης όσο και ως προπονητής.

Εδώ λοιπόν εμείς, ερχόμαστε να θέσουμε ένα ερώτημα αν και κατά πόσο ο Παναγιώτης Γιαννάκης έχει θέση στην Εθνική μας. Είναι αυτός ο άνθρωπος που θα μπορέσει να αναμορφώσει ξανά την επίσημη αγαπημένη και να την οδηγήσει στο δρόμο των επιτυχιών ή θα πρέπει να στηριχθούμε σε άλλη συνταγή; Όλα αυτά πάντα σε συνάρτηση βέβαια, με το γεγονός πως δε θα είναι έρμαιο στις διαθέσεις των υποψήφιων αφεντικών της Ελληνικής Ομοσπονδίας Καλαθοσφαίρισης, ενόψει και των εκλογών που έρχονται.

Η περίπτωση Ιτούδη

Ένα από τα ονόματα που βρίσκονται στην ελίτ, είναι αυτό του Δημήτρη Ιτούδη. Ο άνθρωπος που ξεκίνησε σα βοηθός των Κιουμουρτζόγλου και Λούκαϊτς, στο πλευρό του Ζέλικο Ομπράντοβιτς γνώρισε μερικές από τις μεγαλύτερες στιγμές του στους πάγκους με την κατάκτηση των πέντε από τα έξι ευρωπαϊκά τρόπαια του Παναθηναϊκού και πολλών εγχώριων τίτλων.

Ως πρώτος προπονητής κλήθηκε να οδηγήσει ένα από τα πιο μεγάλα ευρωπαϊκά καράβια στο χώρο του μπάσκετ. Ο λόγος φυσικά για την ΤΣΣΚΑ, με την οποία έχει κατακτήσει δυο ευρωπαϊκά τρόπαια (σ.σ. Ευρωλίγκες) και έχει αφήσει το στίγμα του φαρδύ-πλατύ στην ομάδα. Ανεξάρτητα από τη δυσχερή θέση στην οποία βρίσκεται κατά καιρούς, είναι ο άνθρωπος που στη μετά Μεσίνα εποχή έχει δώσει στη ρωσική ομάδα ακόμη μεγαλύτερη αίγλη.

Ακόμη και όταν έρθει η στιγμή να αποχωρήσει από τη Μόσχα για άλλες πολιτείες το βιβλίο της ιστορίας των Ρώσων θα τον γράψει με χρυσά γράμματα. Φυσικά και θα αποτελούσε τεράστια επιτυχία εάν πείθονταν να αναλάβει τη επίσημη αγαπημένη, προφανώς και αυτό θα πρέπει να αποτελέσει κεντρική υπόθεση εργασίας για τη νέα διοίκηση της ΕΟΚ και αφού ξεκαθαρίσει το τοπίο με τον Ρικ Πιτίνο.

Ο επίλογος   

Έτσι κλείνει το πρώτο αφιέρωμα για τους προπονητές ξεκινώντας από τους έλληνες, στο εθνικό άθλημά μας. Το μπάσκετ μάς έχει χαρίσει διακρίσεις οι οποίες θα μνημονεύονται στο διηνεκές. Έτσι λοιπόν η πρώτη μας αναφορά έγινε σε τρεις ανθρώπους από διαφορετικές περιόδους, με κοινό παρανομαστή την αγάπη τους για το άθλημα αλλά και την πορεία τους